ταγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταγός ταγοί
γενική ταγού ταγών
αιτιατική ταγό ταγούς
κλητική ταγέ ταγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταγός < αρχαία ελληνική ταγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταγός αρσενικό

  1. (ιστορία) ανώτατος πολιτικός και στρατιωτικός άρχοντας στην αρχαία Θεσσαλία
  2. αυτός που ανήκει στην ηγεσία (κυρίως στην πνευματική)
    Οι πνευματικοί μας ταγοί.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ταγός ταγώ ταγοί
Γενική ταγοῦ ταγοῖν ταγῶν
Δοτική ταγ ταγοῖν ταγοῖς
Αιτιατική ταγόν ταγώ ταγούς
Κλητική ταγέ ταγώ ταγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταγός < τάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταγός αρσενικό

  1. αυτός που διατάζει
  2. αρχηγός
  3. κυβερνήτης
  4. (ιστορία) Ταγός: τίτλος του αρχηγού της θεσσαλικής ομοσπονδίας