βδελυρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βδελυρός βδελυρή βδελυρό
γενική βδελυρού βδελυρής βδελυρού
αιτιατική βδελυρό βδελυρή βδελυρό
κλητική βδελυρέ βδελυρή βδελυρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βδελυροί βδελυρές βδελυρά
γενική βδελυρών βδελυρών βδελυρών
αιτιατική βδελυρούς βδελυρές βδελυρά
κλητική βδελυροί βδελυρές βδελυρά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βδελυρός < αρχαία ελληνική βδελυρός

Επίθετο[επεξεργασία]

βδελυρός -ή -ό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βδελυρός βδελυρά βδελυρόν βδελυροί βδελυραί βδελυρά
Γενική βδελυροῦ βδελυρᾶς βδελυροῦ βδελυρῶν βδελυρῶν βδελυρῶν
Δοτική βδελυρῷ βδελυρᾷ βδελυρῷ βδελυροῖς βδελυραῖς βδελυροῖς
Αιτιατική βδελυρόν βδελυράν βδελυρόν βδελυρούς βδελυράς βδελυρά
Κλητική βδελυρέ βδελυρά βδελυρόν βδελυροί βδελυραί βδελυρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βδελυρώ βδελυρά
Γενική-Δοτική βδελυροῖν βδελυραῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βδελυρός < βδέω (πέρδομαι)

Επίθετο[επεξεργασία]

βδελυρός