δωροδόκος

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δωροδόκος δωροδόκοι
γενική δωροδόκου δωροδόκων
αιτιατική δωροδόκο δωροδόκους
κλητική δωροδόκε δωροδόκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

δωροδόκος < αρχαία ελληνική δωροδόκος < δῶρον + -δόκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

δωροδόκος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (λόγιο) που δωροδοκείται
  2. (λόγιο) που δωροδοκεί

Συγγενικές λέξεις[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]



Αρχαία ελληνικά (grc) [edit]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ δωροδόκος τὸ δωροδόκον οἱ, αἱ δωροδόκοι τὰ δωροδόκα
Γενική τοῦ, τῆς δωροδόκου τοῦ δωροδόκου τῶν δωροδόκων τῶν δωροδόκων
Δοτική τῷ, τῇ δωροδόκῳ τῷ δωροδόκῳ τοῖς, ταῖς δωροδόκοις τοῖς δωροδόκοις
Αιτιατική τὸν, τὴν δωροδόκον τὸ δωροδόκον τοὺς, τὰς δωροδόκους τὰ δωροδόκα
Κλητική δωροδόκε δωροδόκον δωροδόκοι δωροδόκα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δωροδόκω
Γενική-Δοτική δωροδόκοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

δωροδόκος < δῶρον + -δόκος (< δέχομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

δωροδόκος, -ος, -ον

  1. που δωροδοκείται, διεφθαρμένος
  2. (ελληνιστική κοινή) που δωροδοκεί
  3. (ελληνιστική κοινή) γενναιόδωρος, απλοχέρης