εγκύκλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκύκλιος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

εγκύκλιος θηλυκό

  1. για τις σπουδές που αφορούν σε ένα μεγάλο εύρος αντικειμένων και προσφέρουν μια γενική μόρφωση (συνήθως εννοούνται οι σπουδές πριν το Πανεπιστήμιο)
    τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην πόλη όπου γεννήθηκε


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκύκλιος οι εγκύκλιοι (εγκύκλιες)
      γενική της εγκυκλίου των εγκυκλίων
    αιτιατική την εγκύκλιο τις εγκυκλίους (εγκύκλιες)
     κλητική εγκύκλιε (εγκύκλιο) εγκύκλιοι (εγκύκλιες)
Παράρτημα:Ουσιαστικά

εγκύκλιος θηλυκό

  1. έγγραφο προϊσταμένης αρχής που διανέμεται σε όλες τις υφιστάμενες υπηρεσίες
    το υπουργείο Παιδείας έστειλε στα σχολεία μια νέα εγκύκλιο σχετικά με τις απουσίες των μαθητών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]