θυρωρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυρωρός θυρωροί
γενική θυρωρού θυρωρών
αιτιατική θυρωρό θυρωρούς
κλητική θυρωρέ θυρωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυρωρός < αρχαία ελληνική θυρωρός < θύρα + ὤρα (= (φροντίδα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυρωρός αρσενικό ή θηλυκό

ο φύλακας της θύρας, φύλακας εισόδου κτηρίου, ο πορτιέρης

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

πυλωρός=αυτός που φυλάει-φρουρεί την πύλη και όχι αυτός που 'βλέπει την πύλη'

ακταιωρός =αυτός που φυλάει-φρουρεί την ακτή και όχι αυτός που 'βλέπει την ακτή'

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]