κουστωδία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουστωδία κουστωδίες
γενική κουστωδίας κουστωδιών
αιτιατική κουστωδία κουστωδίες
κλητική κουστωδία κουστωδίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουστωδία < ελληνιστική κοινή κουστωδία < μεταγενέστερη ελληνική κουστωδία < λατινικά: custodia (la)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουστωδία θηλυκό

  1. (ειρωνικά) ακολουθία, συνοδεία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κουστωδία κουστωδία κουστωδίαι
Γενική κουστωδίας κουστωδίαιν κουστωδιῶν
Δοτική κουστωδί κουστωδίαιν κουστωδίαις
Αιτιατική κουστωδίαν κουστωδία κουστωδίας
Κλητική κουστωδία κουστωδία κουστωδίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουστωδία < λατινική custodia < custos (φύλακας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουστωδία θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. φρούρηση
  2. φρουρά
  3. συνοδεία
  4. φύλαξη
  5. φροντίδα