μονολιθικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονολιθικός μονολιθική μονολιθικό
γενική μονολιθικού μονολιθικής μονολιθικού
αιτιατική μονολιθικό μονολιθική μονολιθικό
κλητική μονολιθικέ μονολιθική μονολιθικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονολιθικοί μονολιθικές μονολιθικά
γενική μονολιθικών μονολιθικών μονολιθικών
αιτιατική μονολιθικούς μονολιθικές μονολιθικά
κλητική μονολιθικοί μονολιθικές μονολιθικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονολιθικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monolithique < ελληνιστική κοινή μόνος + λιθικός < αρχαία ελληνική λίθος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονολιθικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο
  3. (μεταφορικά) που δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συμπαγής
  4. (μεταφορικά) που δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμετακίνητος, ακλόνητος, μονοκόμματος, ευθύς, ντόμπρος, ακέραιος, ίσιος, άκαμπτος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]