μπούστο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπούστο μπούστα
γενική μπούστου μπούστων
αιτιατική μπούστο μπούστα
κλητική μπούστο μπούστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπούστο < ιταλική busto < λατινική bustum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπούστο ουδέτερο

  1. (ανατομία) το μέρος του σώματος από τη μέση (ή το στήθος) ως τον λαιμό και τους ώμους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κορμί, κορμός
  2. (συνεκδοχικά) είδος (γυναικείου) ενδύματος που καλύπτει (σφιχτά) το μπούστο (1)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κορσάζ
  3. (κατ’ επέκταση) άγαλμα που παριστάνει έναν άνθρωπο από την κεφαλή ως τη μέση (ή ως το στήθος)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προτομή

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]