πλάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Πλάστης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλάστης < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξύλινος πλάστης(2) με λαβές

πλάστης αρσενικό

  1. αυτός που δημιουργεί
  2. κυλινδρικό εργαλείο για πλάσιμο
  3. ο εργάτης που ασχολείται με το πλάσιμο ειδών (κυρίως) από ζύμη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]