ταλιαδόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταλιαδόρος οι ταλιαδόροι
      γενική του ταλιαδόρου των ταλιαδόρων
    αιτιατική τον ταλιαδόρο τους ταλιαδόρους
     κλητική ταλιαδόρε ταλιαδόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλιαδόρος < ιταλική tagliatore (κόφτης) + -αδόρος < λατινική talio < talea < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *teh₂l-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταλιαδόρος αρσενικό

  1. (επάγγελμα) αυτός που επεξεργάζεται το ξύλο και δημιουργεί ξύλινα αντικείμενα, χρηστικά ή διακοσμητικά
    Μετσοβίτες ταλιαδόροι έφτιαξαν το εξαιρετικό ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού του Αγίου Χαραλάμπους στην ιερά μονή Αγίου Στεφάνου Μετεώρων.
     συνώνυμα: ξυλογλύπτης, πελεκάνος, σκαλιστής
  2. (χαρτοπαιξία) αυτός που έχει την μπάγκα στο χαρτοπαίγνιο
     συνώνυμα: μπαγκέρης

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]