Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυτό

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Φύτο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φυτό τα φυτά
      γενική του φυτού των φυτών
    αιτιατική το φυτό τα φυτά
     κλητική φυτό φυτά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυτό < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική φυτόν

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fiˈto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυτώ
ομόηχο: φοιτώ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυτό ουδέτερο

  1. (βοτανική) ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε χημική μέσω της φωτοσύνθεσης
      Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
  2. (μεταφορικά) ασθενής που δεν έχει επικοινωνία με το περιβάλλον και συνείδηση
  3. (αργκό) μαθητής ή φοιτητής που δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα πέρα από τις σπουδές του

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]