όπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : τοπίο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όπιο όπια
γενική οπίου
& όπιου
οπίων
& όπιων
αιτιατική όπιο όπια
κλητική όπιο όπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όπιο < ελληνιστική κοινή ὄπιον < αρχαία ελληνική ὀπός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.pi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όπιο ουδέτερο

  1. είδος ναρκωτικού που παράγεται από κάποιο είδος παπαρούνας με κατάλληλη επεξεργασία
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε σε αποκοιμίζει και σε εφησυχάζει, στρέφοντας την προσοχή και το ενδιαφέρον σου από τα σημαντικά σε ασήμαντα και δευτερεύοντα
    Στα χρόνια του Μαρξ, το όπιο του λαού ήταν η θρησκεία. Σήμερα είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]