πλήρης: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Περιεχόμενο που διαγράφηκε Περιεχόμενο που προστέθηκε
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Ετικέτες: Οπτική επεξεργασία Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
μ {{clear}} πριν τις μεταφράσεις
Γραμμή 21: Γραμμή 21:
*[[αναπλήρωση]]
*[[αναπλήρωση]]
*[[υπερπλήρωση]]
*[[υπερπλήρωση]]
{{clear}}

===={{μεταφράσεις}}====
===={{μεταφράσεις}}====



Αναθεώρηση της 07:12, 30 Μαΐου 2021

Νέα ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλήρης η πλήρης το πλήρες
      γενική του πλήρους* της πλήρους του πλήρους
    αιτιατική τον πλήρη την πλήρη το πλήρες
     κλητική πλήρη(ς) πλήρης πλήρες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλήρεις οι πλήρεις τα πλήρη
      γενική των πλήρων των πλήρων των πλήρων
    αιτιατική τους πλήρεις τις πλήρεις τα πλήρη
     κλητική πλήρεις πλήρεις πλήρη
* Και προφορικός τύπος σε -η στη γενική ενικού αρσενικού ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «πλήρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

πλήρης < αρχαία ελληνική πλήρης < πίμπλημι
< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleh₁-r-

Επίθετο

πλήρης, -ης, -ες

  1. που έχει γεμίσει και δε χωράει άλλο
     συνώνυμα: γεμάτος, φίσκα
     αντώνυμα: άδειος, κενός
  2. με μεγάλη ποσότητα από κάτι, γεμάτος
    • πλήρης ημερών: για κάποιον που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα
    • (μεταφορικά) : πλήρης χαράς
  3. ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις
     συνώνυμα: κομπλέ
  4. στον υπέρτατο βαθμό
     συνώνυμα:μέγιστος

Συγγενικά

Μεταφράσεις