βαλλίστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

βαλλίστρα σε πολιορκία (1)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαλλίστρα βαλλίστρες
γενική βαλλίστρας βαλλιστρών
αιτιατική βαλλίστρα βαλλίστρες
κλητική βαλλίστρα βαλλίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαλλίστρα < (αντιδάνειο) μεσαιωνική ελληνική βαλλίστρα < λατινικό ballista < βάλλω
φορητή βαλλίστρα του 16ου αι. (2)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /va.ˈlis.tɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βαλλίστρα θηλυκό

  1. πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα που χρησιμοποιούσε μηχανισμό παρόμοιο με του τόξου για να εκτοξεύει βλήματα διαφόρων ειδών, πέτρες ή βέλη
  2. φορητό όπλο, είδος τόξου με στέλεχος για στήριξη και σκόπευση και μηχανισμό σκανδάλης

32πχ Μεταφράσεις[]