θαμνώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θαμνώδης θαμνώδης θαμνώδες
γενική θαμνώδους θαμνώδους θαμνώδους
αιτιατική θαμνώδη θαμνώδη θαμνώδες
κλητική θαμνώδη(ς) θαμνώδης θαμνώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαμνώδεις θαμνώδεις θαμνώδη
γενική θαμνωδών θαμνωδών θαμνωδών
αιτιατική θαμνώδεις θαμνώδεις θαμνώδη
κλητική θαμνώδεις θαμνώδεις θαμνώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαμνώδης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θαμνώδης

  1. που μοιάζει με θάμνο
    θαμνώδης βλάστηση
  2. που είναι γεμάτος από θάμνους
    θαμνώδης περιοχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  θάμνος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]