ιδιοτελής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιδιοτελής ιδιοτελής ιδιοτελές
γενική ιδιοτελούς ιδιοτελούς ιδιοτελούς
αιτιατική ιδιοτελή ιδιοτελή ιδιοτελές
κλητική ιδιοτελή(ς) ιδιοτελής ιδιοτελές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιοτελείς ιδιοτελείς ιδιοτελή
γενική ιδιοτελών ιδιοτελών ιδιοτελών
αιτιατική ιδιοτελείς ιδιοτελείς ιδιοτελή
κλητική ιδιοτελείς ιδιοτελείς ιδιοτελή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιοτελής < ίδιος + -ο- + τέλος + -ής ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική eigennützig)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ιδιοτελής -ής -ές

  1. που ενεργεί με γνώμονα το προσωπικό του συμφέρον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συμφεροντολόγος, υστερόβουλος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανιδιοτελής, ανυστερόβουλος
  2. που γίνεται αποσκοπώντας στην εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων
    ιδιοτελής πράξη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]