κατηγορούμενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατηγορούμενο < αρχαία ελληνική κατηγορούμενον, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κατηγοροῦμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ti.ɣɔ.ˈɾu.mɛ.nɔ/

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος μετοχής[επεξεργασία]

κατηγορούμενο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατηγορούμενο τα κατηγορούμενα
      γενική του κατηγορουμένου των κατηγορουμένων
    αιτιατική το κατηγορούμενο τα κατηγορούμενα
     κλητική κατηγορούμενο κατηγορούμενα
Παράρτημα

κατηγορούμενο ουδέτερο

Ο Γιώργος είναι πονηρός - Το κατηγορούμενο του υποκειμένου είναι το επίθετο πονηρός
Ο Νίκος έγινε καπνός - Το κατηγορούμενο του υποκειμένου είναι το ουσιαστικό καπνός
Το δικαστήριο κήρυξε την απεργία παράνομη - Το κατηγορούμενο του αντικειμένου είναι το επίθετο παράνομη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]