πλησίστιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλησίστιος < πίμπλημι= πληρώ, είμαι γεμάτος + ιστίον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλησίστιος

  1. (για άνεμο) αυτός που φουσκώνει τα πανιά
  2. (για ιστιοφόρο καράβι) που έχει φουσκωμένα τα πανιά
  3. (μεταφορικά) ολοταχώς, δυνατά, με μεγάλη φούρια, φουριόζος «ὅλοις δὲ ἱστίοις πρὸς ἐκεῖνον ἀπένευσεν».Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία 7.8

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]