προβλητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: προσβλητικός, προσβλητός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προβλητικός προβλητική προβλητικό
γενική προβλητικού προβλητικής προβλητικού
αιτιατική προβλητικό προβλητική προβλητικό
κλητική προβλητικέ προβλητική προβλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προβλητικοί προβλητικές προβλητικά
γενική προβλητικών προβλητικών προβλητικών
αιτιατική προβλητικούς προβλητικές προβλητικά
κλητική προβλητικοί προβλητικές προβλητικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προβλητικός < ελληνιστική κοινή προβλητικός < αρχαία ελληνική προβάλλω < πρό + βάλλω

Επίθετο[επεξεργασία]

προβλητικός

  1. (κυριολεκτικά) (ψυχολογία) που προβάλλει κάτι
     συνώνυμα: προβολικός
  2. (αρχαιοπρεπές) παραγωγικός, δημιουργικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]