τύμπανο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τύμπανο | τα | τύμπανα |
| γενική | του | τυμπάνου & τύμπανου |
των | τυμπάνων |
| αιτιατική | το | τύμπανο | τα | τύμπανα |
| κλητική | τύμπανο | τύμπανα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τύμπανο < αρχαία ελληνική τύμπαν(ον) με κατάληξη -ο
- για τον όρο της ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tympan > λατινικά tympanum < αρχαία ελληνική τύμπανον[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtim.ba.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τύ‐μπα‐νο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τύμπανο ουδέτερο
- (μουσικό όργανο) κυλινδρικό κρουστό όργανο που παράγει ήχο από τον παλμό μεμβράνης στερεωμένης σε μεταλλικό ή άλλο κοίλο αντηχείο
- → δείτε και τη λέξη ταμπούρο
- (ανατομία) ημιδιαφανής μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο του αφτιού από το μέσο αφτί
- (αρχιτεκτονική
- (τεχνολογία) κύλινδρος πρέσας ή άλλος κύλινδρος μηχανήματος
- ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 )
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- τούμπανο (λαϊκότροπο, για το μουσικό όργανο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- τυμπανιαίος
- τυμπανιστής
- τυμπανίζω
- τυμπανισμός
- τυμπανοειδής
- τυμπανοκρουσία
- τυμπάνωση
- δείτε και το αρχαίο τυμπάνιον
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τύμπανο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τύμπανο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μουσικά όργανα (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)