φρέαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρέαρ < αρχαία ελληνική φρέαρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φρέαρ ουδέτερο

  • Το φρέαρ του Μωυσή στη μονή Σινά/Το φρέαρ του Ιακώβ
  • Το φρέαρ του ασανσέρ/Το φρέαρ Σερπιερί στο Λαύριο/Φρέαρ θεμελίωσης/Φρέαρ σκυροδέματος
  • Το Φρέαρ των Οινουσσών αποτελεί το βαθύτερο σημείο της Μεσογείου

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φρέαρ και φρεῖαρ ουδέτερο, γεν. του φρέατος

  1. πηγή, κρήνη,
  2. πηγάδι, δεξαμενή, χαβούζα στέρνα
  3. όρυγμα, βόθρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Εκφράσεις[]

  • πίνειν ἐξ ἀργυροῦ φρέατος : απο μεγάλο ποτήρι, ίσως έλεγαν τη φράση όταν κάποιος έπινε πολύ
  • περὶ τὸ φρέαρ ὄρχησις : όταν κάποιος έπαιζε με τη φωτιά (όρχηση, ο χορός)
  • λύκος περὶ φρέατος χορεύει και Ἐν φρέατι κυσὶ μάχεσθαι : για ματαιοπονίες
  • εἰς φρέατα ἐμπίπτων : ίσως όταν κάποιος έπεφτε συχνά θύμα ή σε παγίδες