αβίωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβίωτος < ἀβίωτος < α- στερητικό + βιωτός (ρηματικό επίθετο του βιόω-ώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβίωτος

  • αφόρητος, αυτός που δεν υποφέρεται για να τον ζει κάποιος
    «μού έκανε το βίο αβίωτο»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]