αβίωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβίωτος < ἀβίωτος < α- στερητικό + βιωτός (ρηματικό επίθετο του βιόω-ώ)

Επίθετο[επεξεργασία]

αβίωτος

  • αφόρητος, αυτός που δεν υποφέρεται για να τον ζει κάποιος
    «μού έκανε το βίο αβίωτο»

Μεταφράσεις[επεξεργασία]