γιασεμί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιασεμί γιασεμιά
γενική γιασεμιού γιασεμιών
αιτιατική γιασεμί γιασεμιά
κλητική γιασεμί γιασεμιά
Jasminum sambac

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιασεμί < τουρκική yasemin < αραβική ياسمين (yāsamīn) < περσική یاسمین (yâsamin) / یاسمن (yâsaman) < παλαιοπερσικά yʾsmn' (yāsaman)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιασεμί ουδέτερο

  1. (βοτανική) γένος αγγειόσπερμων δικότυλων θαμνωδών καλλωπιστικών φυτών, της οικογένεια των Ελαιοειδών (Oleaceae). Πρόκειται για αναρριχώμενο θάμνο, συνήθως αειθαλή (αλλά και φυλλοβόλο) με μικρά άσπρα ή κίτρινα ευωδιαστά λουλούδια
    Για έντονη ανθοφορία και άρωμα, προτείνεται το γιασεμί, χιώτικο και αράπικο, καθώς και το ρυγχόσπερμο. (*)
  2. (μεταφορικά) (οικείο) προσφώνηση αγαπημένου προσώπου
    Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου, ήρθα να το κλαδέψω, / και νόμισε η μάνα σου, γιασεμί μου, πως ήρθα να σε κλέψω. (Από δημοτικό τραγούδι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]