διαψευσθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαψευσθείς μετοχή αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι (καθαρεύουσα)

Μετοχή[επεξεργασία]

διαψευσθείς, διεξαχθείσα, διεξαχθέν

  1. που τον έχουν διαψεύσει
    • οι διεψευσθείσες ελπίδες
    • οι διαψευσθέντες στις προβλέψεις τους πολιτικοί
    • Διαψευσθείς από τις εξελίξεις, συνθηκολόγησε με τη νέα πραγματικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Κλίση[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  δοθείς που κλίνεται με παρόμοιο τρόπο στη νεοελληνική και όπου μπορείτε να βρείτε και τους τύπους και τις καταλήξεις αρχαίας ελληνικής και καθαρεύουσας (μόνον που η καθαρεύουσα δεν έκανε χρήση του δυικού)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

(να, όταν) διαψευσθείς

  • β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι