Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιδεαλισμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ιδεασμός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιδεαλισμός οι ιδεαλισμοί
      γενική του ιδεαλισμού των ιδεαλισμών
    αιτιατική τον ιδεαλισμό τους ιδεαλισμούς
     κλητική ιδεαλισμέ ιδεαλισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιδεαλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Idealismus < λατινική idealis < idea < αρχαία ελληνική ἰδέα (αντιδάνειο) < εἴδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyd- (βλέπω, γνωρίζω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.ðe.a.liˈzmos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιδεαλισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) φιλοσοφική θεωρία που δέχεται την πρωταρχικότητα του πνεύματος και πως μόνο η συνείδησή μας έχει πραγματική υπόσταση, ενώ ο υλικός κόσμος είναι απείκασμα ιδεών
      Τις διαφοροποιήσεις αυτές των μελετητών ο Dray τις συνοψίζει, κάπως σχηματικά είναι η αλήθεια, μεταξύ δύο πόλων: του θετικισμού και του ιδεαλισμού ή, αργότερα, του αντικειμενισμού και του σχετικισμού. Κάθε πόλος παρουσιάζει τις δικές του κλίμακες γενίκευσης και απόκλισης και το δικό του οπλοστάσιο επιχειρημάτων που εμφανίζονται διαδοχικά. (από άρθρο στο ένθετο "Βιβλιοθηκη" της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15 Φεβρουαρίου 2008)
     αντώνυμα: ρεαλισμός
  2. (τέχνη) ιδανισμός

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]