σκίμπους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκίμπους σκίμποδες
γενική σκίμποδος σκιμπόδων
αιτιατική σκίμποδα σκίμποδες
κλητική σκίμπους σκίμποδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκίμπους < αρχαία ελληνική σκίμπους

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκίμπους αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική σκίμπους σκίμποδε σκίμποδες
Γενική σκίμποδος/
(σκίμπου)
σκιμπόδοιν σκιμπόδων
Δοτική σκίμποδ σκιμπόδοιν σκίμποσῐ(ν)
Αιτιατική σκίμπουν/
σκίμποδ
σκίμποδε σκίμποδᾰς
Κλητική σκίμπου(ς) σκίμποδε σκίμποδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκίμπους < σκίμπτομαι + πούς (ή < σκιμβός + πούς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκίμπους αρσενικό

  1. είδος κρεβατιού, ψάθα, κλίνη
    Σκίμπους λέγε, ἀλλὰ μὴ κράββατος· μιαρὸν γάρ. (Φρύνιχος ο Αράβιος, Ἐκλογὴ ἀττικῶν ῥημάτων καὶ ὀνομάτων, 41)
  2. είδος φορείου για τη μεταφορά αναπήρων ή γενικότερα ασθενών