στατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στατικός στατική στατικό
γενική στατικού στατικής στατικού
αιτιατική στατικό στατική στατικό
κλητική στατικέ στατική στατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στατικοί στατικές στατικά
γενική στατικών στατικών στατικών
αιτιατική στατικούς στατικές στατικά
κλητική στατικοί στατικές στατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στατικός < αρχαία ελληνική στατικός < ἵστημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στατικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη στάση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που βρίσκεται σε ακινησία ή την προκαλεί
     συνώνυμα: στάσιμος, ακίνητος
    αντώνυμα: (κινητικός), κινούμενος
  3. (αρχιτεκτονική) που έχει σχέση με τη στατική ή τη στατικότητα ενός οικοδομήματος ή αναφέρεται σ’ αυτή
  4. που δεν περιλαμβάνει το στοιχείο του χρόνου, δηλαδή δε μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου
  5. (προγραμματισμός) η στατική μεταβλητή ή γενικότερα η στατική δομή δεδομένων για την οποία δεσμεύεται χώρος στην κεντρική μνήμη κατά το μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης
    Παράδειγμα ένας μονοδιάστατος πίνακας που συνήθως έχει σταθερό μέγεθος
    Αντώνυμα: μη στατικός, δυναμικός
  6. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) η στατική μεταβλητή κλάσης και η στατική μέθοδος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]