στατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στατικός στατική στατικό
γενική στατικού στατικής στατικού
αιτιατική στατικό στατική στατικό
κλητική στατικέ στατική στατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στατικοί στατικές στατικά
γενική στατικών στατικών στατικών
αιτιατική στατικούς στατικές στατικά
κλητική στατικοί στατικές στατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στατικός < αρχαία ελληνική στατικός < ἵστημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στατικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη στάση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που βρίσκεται σε ακινησία ή την προκαλεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στάσιμος, ακίνητος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: (κινητικός), κινούμενος
  3. (αρχιτεκτονική) που έχει σχέση με τη στατική ή τη στατικότητα ενός οικοδομήματος ή αναφέρεται σ’ αυτή
  4. που δεν περιλαμβάνει το στοιχείο του χρόνου, δηλαδή δε μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]