ἦχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ήχος, ἠχός

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἦχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἦχος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἦχος αρσενικό

  1. ήχος
  2. θόρυβος (από φωνές)
  3. (μουσική) μουσικός τρόπος (διάταξη διάδοχων μουσικών διαστημάτων)
    ἦχος πλάγιος
    δείτε και τις λέξεις ὀκτάηχος και ὀκτώηχος, έκφραση: κατὰ ἤχου

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἦχος οἱ ἦχοι
      γενική τοῦ ἤχου τῶν ἤχων
      δοτική τῷ ἤχ τοῖς ἤχοις
    αιτιατική τὸν ἦχον τοὺς ἤχους
     κλητική ! ἦχε ἦχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἤχω
γεν-δοτ τοῖν  ἤχοιν
2η κλίση, ομάδα 'χρόνος', Κατηγορία όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἦχος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἦχος αρσενικό

Πηγές[επεξεργασία]