αριστερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀριστερός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αριστερός η αριστερή το αριστερό
      γενική του αριστερού της αριστερής του αριστερού
    αιτιατική τον αριστερό την αριστερή το αριστερό
     κλητική αριστερέ αριστερή αριστερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αριστεροί οι αριστερές τα αριστερά
      γενική των αριστερών των αριστερών των αριστερών
    αιτιατική τους αριστερούς τις αριστερές τα αριστερά
     κλητική αριστεροί αριστερές αριστερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αριστερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀριστερός < ἄριστος

Επίθετο[επεξεργασία]

αριστερός, -ή / -ά, -ό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]