θαλαμηπόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θαλαμηπόλος θαλαμηπόλοι
γενική θαλαμηπόλου θαλαμηπόλων
αιτιατική θαλαμηπόλο θαλαμηπόλους
κλητική θαλαμηπόλε θαλαμηπόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλαμηπόλος < ελληνιστική κοινή (η υπηρέτρια της οικοδέσποινας) < θάλαμος + πέλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θαλαμηπόλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. το μέλος του προσωπικού που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]