μηχανική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανική μηχανικές
γενική μηχανικής μηχανικών
αιτιατική μηχανική μηχανικές
κλητική μηχανική μηχανικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανική < αρχαία ελληνική μηχανικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανική θηλυκό

  1. (φυσική), (μηχανική): ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μηχανική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]