μηχανική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Μηχανική

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μηχανική οι μηχανικές
      γενική της μηχανικής των μηχανικών
    αιτιατική τη μηχανική τις μηχανικές
     κλητική μηχανική μηχανικές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανική < αρχαία ελληνική μηχανικός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανική θηλυκό

  1. (επιστήμες, φυσική ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή
  2. (τεχνολογία) η εφαρμογή των μαθηματικών και της φυσικής στην πράξη, για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μηχανική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]