μηχανική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανική μηχανικές
γενική μηχανικής μηχανικών
αιτιατική μηχανική μηχανικές
κλητική μηχανική μηχανικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μηχανική < αρχαία ελληνική μηχανικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μηχανική θηλυκό

  1. (φυσική), (μηχανική): ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

μηχανική

Ομώνυμα[]