στρατοπεδάρχης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατοπεδάρχης στρατοπεδάρχες
γενική στρατοπεδάρχη στρατοπεδαρχών
αιτιατική στρατοπεδάρχη στρατοπεδάρχες
κλητική στρατοπεδάρχη στρατοπεδάρχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατοπεδάρχης < ελληνιστική κοινή στρατοπεδάρχης. Συγχρονικά αναλύεται σε στρατόπεδ(ο) + -άρχης (< άρχω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατοπεδάρχης αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Δείτε

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατοπεδάρχης < ελληνιστική κοινή στρατοπεδάρχης. Συγχρονικά αναλύεται σε στρατόπεδ(ον) + -άρχης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατοπεδάρχης αρσενικό

  • (στρατιωτικός όρος) τίτλος ανώτερου αξιωματικού στη βυζαντινή στρατιωτική ιεραρχία, όπως επικεφαλής εκστρατείας, στρατηγός, στρατηλάτης
    (ειδικότερα) ο «μέγας στρατοπεδάρχης» ήταν ανώτερος ιεραρχικά του «στρατοπεδάρχη»

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική στρατοπεδάρχης στρατοπεδάρχα στρατοπεδάρχαι
Γενική στρατοπεδάρχου στρατοπεδάρχαιν στρατοπεδαρχῶν
Δοτική στρατοπεδάρχ στρατοπεδάρχαιν στρατοπεδάρχαις
Αιτιατική στρατοπεδάρχην στρατοπεδάρχα στρατοπεδάρχας
Κλητική στρατοπεδάρχα στρατοπεδάρχα στρατοπεδάρχαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατοπεδάρχης < στρατόπεδ(ον) + -άρχης (< ἄρχω), (μεταφραστικό δάνειο) λατινική praefectus castrorum < praefectus ("αξιωματικός") & γενική πληθυντικού του ουδετέρου castrum ("φρούριο").

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατοπεδάρχης [στρᾰτοπεδᾰρχης] αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]