ελάφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελάφι ελάφια
γενική ελαφιού ελαφιών
αιτιατική ελάφι ελάφια
κλητική ελάφι ελάφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελάφι < μεσαιωνική ελληνική ελάφι(ν) < ελληνιστική κοινή ἐλάφιον < αρχαία ελληνική ἔλαφος < πρωτοελληνική *éləpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éln̥bʰos < *h₁el- (ελάφι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελάφι

ελάφι ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

θηλυκό[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]