κακόφωνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακόφωνος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

κακόφωνος

  1. που έχει κακή φωνή
  2. (μουσική) ο αταίριαστος μουσικά αλλά όχι απαραιτήτως αποτελούμενος από (δυσαρμονικά) διαστήματα διαφωνίας
    (πχ τυχαίο αρμονικά διαστήματα μπορούν να συνδυαστούν κακόφωνα, ενώ δυσαρμονικά διαστήματα σε μουσική ταινίας δράσης μπορούν να συνδυαστούν δυσάρεστα μεν μα καλόφωνα)
    βλέπε: cacophony vs dissonance

Μεταφράσεις[επεξεργασία]