χιονοβόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χιονοβόλος χιονοβόλα χιονοβόλο
γενική χιονοβόλου χιονοβόλας χιονοβόλου
αιτιατική χιονοβόλο χιονοβόλα χιονοβόλο
κλητική χιονοβόλε χιονοβόλα χιονοβόλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χιονοβόλοι χιονοβόλες χιονοβόλα
γενική χιονοβόλων χιονοβόλων χιονοβόλων
αιτιατική χιονοβόλους χιονοβόλες χιονοβόλα
κλητική χιονοβόλοι χιονοβόλες χιονοβόλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονοβόλος < αρχαία ελληνική χιονοβόλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χιονοβόλος - α- ο[1]

  1. που ρίχνει χιόνι, φέρνει χιόνι, που παρατηρούνται χιονοπτώσεις στην διάρκειά του
    χιονοβόλος αγέρας, χιονοβόλος Μάρτης, τα μερομήνια δείχνουν ότι ο χειμώνας θα είναι κρύος και χιονοβόλος
  2. (παρωχημένο) μετεωρολογικός όρος παλιότερα για την ημέρα κατά την οποία παρατηρείτο χιονόπτωση σε μια περιοχή (σήμερα χρησιμοποιείται ο όρος ημέρες χιονοπτώσεων")
    Ο ετήσιος κανονικός αριθμός χιονοβόλων ημερών εν Αθήναις είναι 4-9, ο δε μέγιστος 18, ως συνέβη το 1874

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονοβόλος < ελληνιστική λέξη από τις χιών + βάλλω


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χιονοβόλος, χιονοβόλος, χιονοβόλον

  1. χειμωνιάτικος, εποχή του χιονιού
    χιονοβόλος ὥρα (Πλούταρχος)
  2. χιονοσκεπής, καλυμμένος με χιόνια
    ἄμφω γάρ χιονόβολα τά ὄρη και πετρώδη (Στράβων)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Το ουδέτερο είναι αδόκιμο.