Ελένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ἑλένη, ἑλένη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ελένη οι Ελένες
      γενική της Ελένης των (Ελενών)
    αιτιατική την Ελένη τις Ελένες
     κλητική Ελένη Ελένες
Eπίσης, προφορικά και γενική πληθυντικού Ελένων.
όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ελένη < αρχαία ελληνική Ἑλένη άγνωστης ετυμολογίας με πολλές παρετυμολογικές ετυμολογήσεις[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛˈlɛ.ni/
συλλαβισμός: Ε‐λέ‐νη

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ελένη θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
    1. (μυθολογία) η ωραία Ελένη: σύζυγος του Μενέλαου
    2. (χριστιανισμός) η αγία Ελένη: μητέρα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου
  2. φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Κρόνου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.