βασιλίσκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βασιλίσκος βασιλίσκοι
γενική βασιλίσκου βασιλίσκων
αιτιατική βασιλίσκο βασιλίσκους
κλητική βασιλίσκε βασιλίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασιλίσκος < αρχαία ελληνική , υποκοριστικό του βασιλεύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Bασιλίσκος από την Κόστα Ρίκα (#3)

βασιλίσκος αρσενικό

  1. υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν ασήμαντο βασιλιά
  2. μυθικό τέρας που συμβολίζει το κακό
  3. ερπετό της Ν. Αμερικής με χαρακτηριστικό λοφίο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]