κλεισούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλεισούρα κλεισούρες
γενική κλεισούρας
αιτιατική κλεισούρα κλεισούρες
κλητική κλεισούρα κλεισούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλεισούρα < κλείω, κλειστός. Αναφέρεται στην Ιστορία του Μιχαήλ Ατταλειάτη (11ος αιών): "... υπερέβη τους Αυλώνας εκείνους και τας κλεισούρας δι' ών η Κοίλη Συρία της Κιλικίας χωρίζεται." (Corpus scriptorum historiae byzantinae, Volume 47, έκδοση Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin, Bonnae, 1853, σελ. 120..) Στην λατινική γραμματεία μετεφέρθη ως clusura ή clausura, όπου έχει και διάφορες άλλες έννοιες πέραν της γεωγραφικής.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλεισούρα θηλυκό

  1. στενωπός, στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών
  2. η δυσάρεστη αίσθηση που προκαλεί ένας χώρος ο οποίος έμεινε κλειστός για πολύ καιρό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]