παράγραφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράγραφος παράγραφοι (παράγραφες)
γενική παραγράφου παραγράφων
αιτιατική παράγραφο παραγράφους (παράγραφες)
κλητική (παράγραφο) παράγραφοι
Μια παράγραφος ενός κειμένου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράγραφος < ελληνιστική κοινή παράγραφος < αρχαία ελληνική παραγράφω < παρά + γράφω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική paragraphe)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.ɣɾa.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράγραφος θηλυκό

  1. τμήμα κειμένου με αυτοτέλεια και ενότητα, που η πρώτη γραμμή του γράφεται λίγο δεξιότερα από τις υπόλοιπες γραμμές, για να ξεχωρίζει
  2. (νομικός όρος) τμήμα νομικού κειμένου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική παράγραφος παραγράφω παράγραφοι
Γενική παραγράφου παραγράφοιν παραγράφων
Δοτική παραγράφ παραγράφοιν παραγράφοις
Αιτιατική παράγραφον παραγράφω παραγράφους
Κλητική παράγραφε παραγράφω παράγραφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράγραφος < αρχαία ελληνική παραγράφω < παρά + γράφω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική paragraphe)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράγραφος θηλυκό