φλαῦρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλαῦρος < ομορ. με φαῦλος

Επίθετο[επεξεργασία]

φλαῦρος -α -ον ανάξιος λόγου, άθλιος

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «Φλαύρως έχω τήν τέχνην», δεν κατέχω καλά την τέχνη
  • «φλαύρως ακούω», κακολογούμαι