φυγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυγή οι φυγές
      γενική της φυγής των φυγών
    αιτιατική τη φυγή τις φυγές
     κλητική φυγή φυγές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυγή < αρχαία ελληνική φυγή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.ˈʝi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυγή θηλυκό

  1. το φευγιό, η εσπευσμένη ή μαζική αναχώρηση και απομάκρυνση από κάπου εν όψει καταδίωξης (κυριολεκτικής ή με μεταφορική έννοια)
    η φυγή των αμάχων από τις περοχές όπου μαίνεται ο εμφύλιος
    τράπηκαν σε άτακτη φυγή (για στρατεύματα που δεν αποχώρησαν συντεταγμένα)
    η φυγή των νέων στο εξωτερικό εξαιτίας της ανεργίας
    Το σχέδιο της φυγής ήταν απλό όσο και τολμηρό. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. η διαφυγή, η αποφυγή μιας δυσάρεστης κατάστασης
    η φυγή από την πραγματικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυγή < φεύγω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυγή θηλυκό

  1. η φυγή, το φευγιό, η υποχώρηση προ του εχθρού στη μάχη, όχι απαραιτήτωw από δειλία, όχι η λιποταξία, αλλά η αναγκαστική υποχώρηση
    ἐς φυγήν ἐτράποντο
    ἰσχυρὰ φυγή ἐγένετο
  2. στον πληθυντικό, οι φυγάδες, σε μαζικές περιπτώσεις φυγής
    ἐν ταῖς φυγαῖς (για τη μαζική φυγή των Αθηναίων αγροτών προς το κέντρο της πόλης στον Πελοποννησιακό πόλεμο)
  3. η αποφυγή, η φυγή για να αποφύγεις κάτι ανεπιθύμητο
    ὕπαστρον δέ τοι μῆχαρ ὁρίζομαι γάμου δύσφρονος φυγάν: (ειμαι αποφασισμένη να το σκάσω μεσα στη νύχτα με οδηγό τα αστέρια για να αποφύγω αυτό το γάμο που προσβάλλει την ψυχή μου)
  4. αναγκαστική φυγή, εξορία ή αυτοεξορία
    νῦν μὲν δικάζεις ἐκ πόλεως φυγὴν ἐμοί
    φυγὴν ἐπιβαλὼν ἑωυτῷ
  5. καταφύγιο (ελληνιστική έννοια)
  6. γλίστρημα, το να φεύγει κάτι από τη θέση του, όπως ο επίδεσμος (ελληνιστική έννοια)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]