φυγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυγή φυγές
γενική φυγής φυγών
αιτιατική φυγή φυγές
κλητική φυγή φυγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυγή < αρχαία ελληνική φυγή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.ˈʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυγή θηλυκό

  1. το φευγιό, η εσπευσμένη ή μαζική αναχώρηση και απομάκρυνση από κάπου εν όψει καταδίωξης (κυριολεκτικής ή με μεταφορική έννοια)
    η φυγή των αμάχων από τις περοχές όπου μαίνεται ο εμφύλιος
    τράπηκαν σε άτακτη φυγή (για στρατεύματα που δεν αποχώρησαν συντεταγμένα)
    η φυγή των νέων στο εξωτερικό εξαιτίας της ανεργίας
  2. η διαφυγή, η αποφυγή μιας δυσάρεστης κατάστασης
    η φυγή από την πραγματικότητα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυγή < φεύγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυγή θηλυκό

  1. η φυγή, το φευγιό, η υποχώρηση προ του εχθρού στη μάχη, όχι απαραιτήτωw από δειλία, όχι η λιποταξία, αλλά η αναγκαστική υποχώρηση
    ἐς φυγήν ἐτράποντο
    ἰσχυρὰ φυγή ἐγένετο
  2. στον πληθυντικό, οι φυγάδες, σε μαζικές περιπτώσεις φυγής
    ἐν ταῖς φυγαῖς (για τη μαζική φυγή των Αθηναίων αγροτών προς το κέντρο της πόλης στον Πελοποννησιακό πόλεμο)
  3. η αποφυγή, η φυγή για να αποφύγεις κάτι ανεπιθύμητο
    ὕπαστρον δέ τοι μῆχαρ ὁρίζομαι γάμου δύσφρονος φυγάν: (ειμαι αποφασισμένη να το σκάσω μεσα στη νύχτα με οδηγό τα αστέρια για να αποφύγω αυτό το γάμο που προσβάλλει την ψυχή μου)
  4. αναγκαστική φυγή, εξορία ή αυτοεξορία
    νῦν μὲν δικάζεις ἐκ πόλεως φυγὴν ἐμοί
    φυγὴν ἐπιβαλὼν ἑωυτῷ
  5. καταφύγιο (ελληνιστική έννοια)
  6. γλίστρημα, το να φεύγει κάτι από τη θέση του, όπως ο επίδεσμος (ελληνιστική έννοια)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]