προληπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : προσληπτικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική προληπτικός προληπτική προληπτικό
γενική προληπτικού προληπτικής προληπτικού
αιτιατική προληπτικό προληπτική προληπτικό
κλητική προληπτικέ προληπτική προληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προληπτικοί προληπτικές προληπτικά
γενική προληπτικών προληπτικών προληπτικών
αιτιατική προληπτικούς προληπτικές προληπτικά
κλητική προληπτικοί προληπτικές προληπτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προληπτικός < ελληνιστική κοινή προληπτικός < αρχαία ελληνική προλαμβάνω < πρό + λαμβάνω (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική préventif· 2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική préjugé)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

προληπτικός, -ή, -ό

  1. που προλαμβάνει, που με τις εκ των προτέρων ενέργειες ή πράξεις του προλαβαίνει την εκδήλωση ή την εμφάνιση κάποιων πραγμάτων, τα αποτρέπει ή τα ματαιώνει
  2. που έχει προλήψεις ή πιστεύει σ’ αυτές
    δείτε τη λέξη: δεισιδαίμων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]