βόρειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βόρειος βόρεια βόρειο
γενική βόρειου βόρειας βόρειου
αιτιατική βόρειο βόρεια βόρειο
κλητική βόρειε βόρεια βόρειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βόρειοι βόρειες βόρεια
γενική βόρειων βόρειων βόρειων
αιτιατική βόρειους βόρειες βόρεια
κλητική βόρειοι βόρειες βόρεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόρειος < αρχαία ελληνική βόρειος < Βορέας / Βοῤῥᾶς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βόρειος, -α / -ος, -ο

  1. που βρίσκεται στο βορρά
  2. που κοιτάει προς το βορρά
  3. που προέρχεται από το βορρά
    βόρειος άνεμος
  4. (ως ουσιαστικό) → δείτε τη λέξη: Βόρειοι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]