γαμψός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμψός < αρχαία ελληνική < γνάμπτω (μορφή του κάμπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γαμψός, -ή, -ό

  1. κυρτός και οξύς (μυτερός ή αιχμηρός)
    γαμψή μύτη

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]