δημαγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημαγωγός δημαγωγοί
γενική δημαγωγού δημαγωγών
αιτιατική δημαγωγό δημαγωγούς
κλητική δημαγωγέ δημαγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημαγωγός < αρχαία ελληνική δημαγωγός < δημος+αγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  • που ξεγελάει το λαό αποκτώντας πολιτική δύναμη


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]