τούμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τούμπα τούμπες
γενική τούμπας
αιτιατική τούμπα τούμπες
κλητική τούμπα τούμπες
Δύο τούμπες(3)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1-3 τούμπα < μεσαιωνική ελληνική τούμπα < λατινική tumba < αρχαία ελληνική τύμβος (αντιδάνειο)
4 τούμπα < ιταλική tuba < λατινική tuba < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tuibh (κοίλος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtum.ba/ (1-3)
ΔΦΑ : /ˈtu.ba/ (4)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τούμπα θηλυκό

  1. μικρό ύψωμα, μερικών μέτρων, που προέκυψε από συσσώρευση χωμάτων
    συνώνυμα: λοφίσκος, λόφος, τύμβος
  2. αναποδογύρισμα του σώματος
    συνώνυμα: κωλοτούμπα, κουλουμούντρα, κουτρουβάλα, τακλάς, κυβίστηση
    το αυτοκίνητο έκανε τρεις τούμπες, όμως οι επιβάτες δεν έπαθαν τίποτα!
    όλο τούμπες κάνει, παραξενεύομαι που δεν ζαλίζεται!
  3. πλήρης περιστροφή οποιουδήποτε αντικειμένου (π.χ. τρένου κ.ά.)
  4. (μουσική) πνευστό μουσικό όργανο από χαλκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]