μονόδρομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μονόδρομος οι μονόδρομοι
      γενική του μονοδρόμου
& μονόδρομου
των μονοδρόμων
& μονόδρομων
    αιτιατική τον μονόδρομο τους μονοδρόμους
& μονόδρομους
     κλητική μονόδρομε μονόδρομοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονόδρομος < μονο- + δρόμος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική one-way)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈnɔ.ðɾɔ.mɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονόδρομος αρσενικό

  1. δρόμος όπου η κίνηση οχημάτων επιτρέπεται μόνο προς τη μία κατεύθυνση
  2. (μεταφορικά) ο (θεωρούμενος ως) μοναδικός τρόπος ξεπεράσματος προβλημάτων ή αντιμετώπισης δυσχερειών

Επίθετο[επεξεργασία]

μονόδρομος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μονόδρομος οι μονόδρομοι
      γενική του μονοδρόμου
& μονόδρομου
των μονοδρόμων
& μονόδρομων
    αιτιατική τον μονόδρομο τους μονοδρόμους
& μονόδρομους
     κλητική μονόδρομε μονόδρομοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονόδρομος < μονόδρομος (ουσιαστικό)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈnɔ.ðɾɔ.mɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

μονόδρομος, -η, -ο

  1. (σπάνιο) που αποτελεί τη μοναδική επιλογή
  2. (σπάνιο) που επιτρέπει την κίνηση από τη μία πλευρά ή συντελεί σ’ αυτή
    ※ Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει μια συγκεκριμένη εφαρμογή του συμπλέκτη, η οποία ονομάζεται μονόδρομος συμπλέκτης ή αγγλιστί slipper clutch. (…) Πολλοί είναι όμως αυτοί που είναι πολέμιοι των μονόδρομων συμπλεκτών. Μια πολύπλοκη μηχανολογική κατασκευή έχει πιθανότητες να δυσλειτουργήσει. Και επειδή ο μονόδρομος είναι πιο πολύπλοκος από τον απλό συμπλέκτη, υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αποδειχθεί αναξιόπιστος. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]