χορηγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορηγός χορηγοί
γενική χορηγού χορηγών
αιτιατική χορηγό χορηγούς
κλητική χορηγέ χορηγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορηγός < αρχαία ελληνική χορηγός < χορός + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορηγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. Στην αρχαία Αθήνα, ο ιδιώτης που αναλάμβανε τα έξοδα μιας παράστασης δράματος.
  2. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει χρήματα για κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα, με σκοπό την προβολή της επωνυμίας του.
    Η τράπεζα Χ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους χορηγούς της "σκακιστικής εβδομάδας".

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορηγός < χορός + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορηγός ( & δωρικός τύπος χοραγός)

  1. εκείνος που πληρώνει ή διαθέτει τα μέσα για να καταρτιστεί ο χορός σε ένα δράμα ή σε μια γιορτή
    χορηγός αἱρεθείς, ἱμάτια χρυσᾶ παρασχὼν τῷ χορῷ, ῥάκος φορεῖ
  2. εκείνος που πληρώνει για κάλυψη διαφόρων [][ανάγκη|αναγκών]] (αλλά όχι για τις τριηραρχίες)
    εἰσποιεῖ χορηγοὺς εἰς ἐκείνας τὰς λῃτουργίας
  3. (μεταφορικά) για εκείνον που βρίσκεται πίσω από μια ενέργεια, εκείνον που κινεί τα νήματα και ίσως δωροδοκεί, αλλά μερικές φορές και με θετική έννοια
    χορηγόν ἔχοντες Φίλιππον, χορηγόν τὸν πατέρα ἔχειν, λήψεται χορηγόν τῇ ἑαυτοῦ βδελυρίᾳ, οἱονεὶ χορηγός καὶ μισθοδότης
    τῆς φύσεως αὐτῶν ὁ θεὸς χορηγός
  4. ο πλανήτης που σύμφωνα με τους αστρολόγους "κυβερνά" ένα επάγγελμα (ελληνιστική έννοια)
  5. οι αρτηρίες που παρέχουν αίμα (ελληνιστική έννοια)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]