ανελαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανελαστικός η ανελαστική το ανελαστικό
      γενική του ανελαστικού της ανελαστικής του ανελαστικού
    αιτιατική τον ανελαστικό την ανελαστική το ανελαστικό
     κλητική ανελαστικέ ανελαστική ανελαστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανελαστικοί οι ανελαστικές τα ανελαστικά
      γενική των ανελαστικών των ανελαστικών των ανελαστικών
    αιτιατική τους ανελαστικούς τις ανελαστικές τα ανελαστικά
     κλητική ανελαστικοί ανελαστικές ανελαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανελαστικός < αν- + ελαστικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική inelastic < in- + elastic < γαλλική élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός / ἐλατός < ἐλαύνω)

Επίθετο[επεξεργασία]

ανελαστικός, -ή, -ό

  1. (κυριολεκτικά) που δεν έχει ελαστικότητα
     συνώνυμα: άκαμπτος, αλύγιστος, δύσκαμπτος
     αντώνυμα: ελαστικός, εύκαμπτος, ευλύγιστος
  2. (μεταφορικά) (άνθρωπος) με χαρακτήρα σκληροτράχηλο και μονοκόμματο
     συνώνυμα: άκαμπτος, ανένδοτος, ισχυρογνώμονας, σκληρός, σκληροτράχηλος
  3. (μεταφορικά) ανεπηρέαστος
  4. (οικονομία) που δεν μεταβάλλεται ή δεν επηρεάζεται από τις μεταβολές άλλων παραγόντων ή μεγεθών
     συνώνυμα: πάγιος
     αντώνυμα: ελαστικός
    Οι δαπάνες κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: σε ανελαστικές και σε ελαστικές, δηλαδή σε αναγκαίες και μη. Στην κατηγορία των ανελαστικών δαπανών περιλαμβάνονται οι εισφορές σε ταμεία ασφάλισης, οι τόκοι των στεγαστικών δανείων και τα έξοδα ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]