νεφελώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νεφελώδης νεφελώδης νεφελώδες
γενική νεφελώδους νεφελώδους νεφελώδους
αιτιατική νεφελώδη νεφελώδη νεφελώδες
κλητική νεφελώδη(ς) νεφελώδης νεφελώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νεφελώδεις νεφελώδεις νεφελώδη
γενική νεφελωδών νεφελωδών νεφελωδών
αιτιατική νεφελώδεις νεφελώδεις νεφελώδη
κλητική νεφελώδεις νεφελώδεις νεφελώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεφελώδης < αρχαία ελληνική νεφελώδης < νεφέλη + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νεφελώδης, -ης, -ες

  1. που έχει σύννεφα
    ο καιρός θα είναι κατά τόπους νεφελώδης
  2. που μοιάζει με σύννεφο
  3. (μεταφορικά) αόριστος, σκοτεινός
    μας παρουσίασε νεφελώδη σχέδια για επενδύσεις που δεν έπεισαν κανέναν

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεφελώδης < νεφέλη + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νεφελώδης

  1. που είναι γεμάτος σύννεφα